| Θα φύγω σε ψηλό βουνό, σε ριζιμιό λιθάρι |
| να στήσω το κρεβάτι μου κοντά στη νερομάνα |
| του κόσμου που βροντοχτυπούν οι χοντρές φλέβες του ήλιου, |
| ν' απλώσω εκεί την πίκρα μου, να λυώσει όπως το χιόνι. |
| Μήν πιάνεσαι απ' τους ώμους μου και στριφογυρίζεις |
| άνεμε! |
| φεγγαράκι μου! |
| Καλέ μου! |
| Αυγερινέ μου! |
| Φέξε το ποροφάραγκο! Βοήθα ν' ανηφορήσω! |
| Φέρνω ζαλιά στις πλάτες μου τα χέρια των νεκρών! |
| Στη μια μεριά έχω τα όνειρα, στην άλλη τις ελπίδες! |
| Κι ανάμεσα στις δυο ζαλιές το ματωμένο στέφανο! |
| Μη με ρωτάς καλέ μου αϊτέ, μη με ξετάζεις ήλιε μου! |
| Ρίχτε στο δρόμο συννεφιά να μη γυρίσω πίσω! |
| Κυττάχτηκα μες στο νερό, έκατσα και λογάριασα, |
| ζύγιασα το καλό και το κακό του κόσμου. Κι αποφάσισα, |
| να γίνω το μικρότερο αδερφάκι των πουλιών! |
Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012
Πικραμένος αναχωρητής
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου